κυνισμός

κυνισμός
ο
1) цинизм; 2) философия киников

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "κυνισμός" в других словарях:

  • κυνισμός — Cynical philosophy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνισμός — ο (Α κυνισμός) [κυνίζω] το φιλοσοφικό σύστημα, η συμπεριφορά και, γενικά, η ζωή τών κυνικών φιλοσόφων («συγκαθεῑρξε τὸ σκῶμμα καὶ τὸν κυνισμὸν καὶ τὸν Ἀριστοφάνη», Λουκιαν.) νεοελλ. η τάση για περιφρόνηση τών συμβατικών κανόνων συμπεριφοράς αλλά… …   Dictionary of Greek

  • κυνισμός — ο 1. η φιλοσοφία των κυνικών. 2. αναίδεια, ξεδιαντροπιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κυνισμοῦ — κυνισμός Cynical philosophy masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνισμούς — κυνισμός Cynical philosophy masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνισμῷ — κυνισμός Cynical philosophy masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνισμόν — κυνισμός Cynical philosophy masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνικοί — Φιλόσοφοι της αρχαιότητας που περιφρονούσαν την κοινωνική συμβατικότητα. Ιδρυτής του φιλοσοφικού ρεύματος θεωρείται είτε ο μαθητής του Σωκράτη, Αντισθένης, είτε ο Διογένης ο Σινωπέας. Η φιλοσοφία τους ξεκίνησε κατά τον 4ο αι. π.Χ. και κατόρθωσε… …   Dictionary of Greek

  • Refusal of work — is behavior which refuses to adapt to regular employment.[1] As actual behavior, with or without a political or philosophical program, it has been practiced by various subcultures and individuals. Radical political positions have openly advocated …   Wikipedia

  • Cynicism — Cynic redirects here. For the modern understanding of the word cynicism , see Cynicism (contemporary). For other uses, see Cynic (disambiguation). Statue of an unknown Cynic philosopher from the Capitoline Museum in Rome. This statue is a Roman… …   Wikipedia

  • Armut — bezeichnet primär den Mangel[1] an lebenswichtigen Gütern (beispielsweise Nahrung, Obdach, Kleidung), im weiteren und übertragenen (metaphorischen) Sinn allgemein einen Mangel. Eine veraltete Bezeichnung für „sehr große Armut“ ist Mendizität. Ein …   Deutsch Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»